H ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ




H ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ
ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
Ιερεμίας Φούντας
Μητροπολίτης Ι. Μ. Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως
Ομιλία στον Ραδιοφωνικό σταθμό της Πειραϊκής Εκκλησίας την Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Αγαπητοί μου ακροατές,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Επειδή οι εκπομπές μου αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη, γι αυτό και στην σημερινή μου εκπομπή θα παρουσιάσω μία σχετική ομιλία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
1. Ο ιερός πατέρας άρχισε σε προηγούμενη ομιλία του να ερμηνεύει τον λόγο του αποστόλου Παύλου «Έχοντες το αυτό Πνεύμα της πίστεως κατά το γεγραμμένον “επίστευσα διο ελάλησα”. Και ημείς πιστεύομεν διο και λαλούμεν» (Β/ Κορ. 4,13). Στην ομιλία του εκείνη ο Χρυσόστομος ομίλησε για την πίστη και είπε ότι υπάρχουν δύο είδη πίστεως. Είναι πρώτον η «ποιητική των σημείων», η θαυματουργική. Είνια αυτή για την οποία είπε ο Χριστός «εάν έχετε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι και μεταβήσεται» (Ματθ. 17,20). Και είναι έπειτα η πίστη «η την γνώσιν εμποιούσα ημίν, καθήν πάντες εσμέν πιστοί». Είναι δηλαδή η αποδοχή των δογμάτων της Εκκλησίας μας και η συνεχής μαθητεία μας σ αυτά, βάσει των οποίων πρέπει να ρυθμίζουμε την ζωή μας. Η πίστη για την οποία ομιλεί ο Παύλος στο μνημονευθέν χωρίο, λέγει ο Χρυσόστομος, είναι του δευτέρου είδους, αυτή η της «γνώσεως», η «την γνώσιν εμποιούσα», όπως το είπε προηγουμένως. Είναι η ίδια για την οποία λέγει στους Ρωμαίους ότι «ευχαριστώ τω Θεώ μου... ότι η πίστις υμών καταγγέλλεται εν όλω τω κόσμω» (1,8). Είναι η ίδια πάλι πίστη για την οποία ο ίδιος Απόστολος γράφει προς τους Θεσσαλονικείς χριστιανούς λέγοντας: «Εν παντί τόπω η πίστις υμών η προς τον Θεόν εξελήλυθε» (Α/ Θεσ. 1,8).
2. Αλλά ο Χρυσόστομος λέγει ότι ο απόστολος Παύλος στον λόγο του «έχοντες το αυτό Πνεύμα της πίστεως κατά το γεγραμμένον “επίστευσα διο ελάλησα”. Και ημείς πιστεύομεν διο και λαλούμεν» θέλει να επιδείξει πολλή την συγγένεια της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη. Γι αυτό και λέγει «έχοντες το αυτό πνεύμα της πίστεως». Το ίδιο πνεύμα και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Τον λόγο που μνημονεύει ο απόστολος Παύλος «επίστευσα διο ελάλησα», τον είπε παλαιά ο Δαυίδ, στην Παλαιά Διαθήκη (Ψαλμ. 115,1). Αλλά τον ίδιο λόγο τον λέγει τώρα και ο Απόστολος στην Καινή Διαθήκη• λέγει: «Και ημείς πιστεύομεν διο και λαλούμεν». Άρα το αυτό πνεύμα της πίστεως και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη.1 Υπάρχει λοιπόν πολλή συγγένεια και πολλή ενότητα των δύο Διαθηκών, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
3. Που είναι λοιπόν τώρα, λέγει ο Χρυσόστομος, εκείνοι που κατηγορούν την Παλαιά Διαθήκη και διασπούν το σώμα της Αγίας Γραφής, αυτοί που λένε άλλον Θεόν της Παλαιάς και άλλον της Καινής; Ας ακούσουν τον παραπάνω λόγο του αποστόλου Παύλου που λέγει καθαρά ότι είναι το ίδιο Πνεύμα και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Αλλά και τα ονόματα των Διαθηκών, Παλαιά και Καινή, δείχνουν και αυτά πολλή την συγγένεια μεταξύ τους. Γιατί η Καινή λέγεται έτσι, επειδή προϋποθέτει την Παλαιά. Και η Παλαιά πάλι ονομάζεται έτσι, επειδή εδόθη η Καινή. «Η γαρ Καινή δια την Παλαιάν είρηται και η Παλαιά δια την Καινήν» (MPG 51,282). Και αν οι Διαθήκες δεν είναι του ίδιου Δεσπότου, του Χριστού, ούτε η Καινή μπορεί να λέγεται Καινή, αλλά ούτε και η Παλαιά μπορεί να λέγεται έτσι. Ώστε, καταλήγει συμπεραίνοντας ο Χρυσόστομος: «Η διαφορά των ονομάτων Παλαιά και Καινή δείχνει την μεταξύ τους συγγένεια. Η δε κατά το όνομα αυτή διαφορά (Παλαιά και Καινή) δεν είναι διαφορά στην ουσία, αλλά είναι διαφορά των εποχών που δόθηκαν αυτές. Γιατί το καινό με το παλαιό σ αυτό μόνο διαφέρει (στον χρόνο που δόθηκε το καθένα). Η εναλλαγή δε των χρόνων ούτε διαφορά του Δεσπότου που τις έδωσε δηλώνει ούτε υποτίμηση σημαίνει. Και ότι αυτό είναι αλήθεια φαίνεται από αυτό που είπε ο Χριστός: “Κάθε γραμματέας που αποδέχτηκε την βασιλεία του Θεού είναι όμοιος με έναν οικοδεσπότη που βγάζει από το θησαυροφυλάκιό του καινούργιους και παλαιούς θησαυρούς” (Ματθ.13,52). Βλέπεις – λέγει ο Χρυσόστομος – ότι διάφορα είναι τα κτήματα (αυτά που λέει “θησαυρούς” εδώ), αλλά ένας είναι ο οικοδεσπότης; Όπως λοιπόν αυτός ο ένας οικοδεσπότης μπορεί να βγάζει καινά και παλαιά, αυτό μπορεί να λεχθεί για τον Ένα Θεό της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης. Και μάλιστα, αυτό προπαντός αποδεικνύει τον πλούτο και την περιουσία του Θεού: Το ότι δεν έχει μόνο “καινή”, αλλά έχει και “παλαιά” περιουσία» (MPG 51,282).
4. Ώστε η διαφορά των δύο Διαθηκών είναι στο όνομα μόνο και όχι στο περιεχόμενο. Δεν υπάρχει «μάχη» και «εναντίωσις» των δύο Διαθηκών. Γιατί το «παλαιόν» γίνεται «παλαιόν» από το υπάρχον «καινόν». Αλλά αυτό δεν είναι ούτε μάχη ούτε εναντίωση, αλλά διαφορά στο όνομα μόνο. Αλλά προχωρεί την σκέψη του ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και λέγει τα εξής ωραία παρακάτω: «Εγώ – λέγει – θα πω και αυτό το υπερβολικό: Και αν ακόμη ήταν ενάντιοι οι νόμοι της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη, και τότε ακόμη θα υπεστήριζα ότι δεν έπρεπε από αυτό να συμπεράνουμε ότι είναι άλλος ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης και άλλος ο Θεός της Καινής. Γιατί: Αν κατά τον ίδιο καιρό και στους ίδιους ανθρώπους, που καταγίνονται με τα ίδια πράγματα, διέταζε ο Θεός ενάντιους νόμους, θα είχε κάποιο επιχείρημα αυτό το “σόφισμα” (το ότι δηλαδή πρόκειται περί διαφορετικού Θεού στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη). Αφού όμως άλλοι μεν νόμοι εγράφησαν στην Παλαιά Διαθήκη, άλλοι δε στην Καινή, και σε άλλο χρόνο οι μεν σε άλλο χρόνο οι δε, και δόθηκαν σε ανθρώπους που βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση οι μεν από τους δε, τότε για ποιο λόγο από την διαφορά των νόμων είναι ανάγκη να συμπεράνουμε δύο νομοθέτες; Εγώ δεν βλέπω κανένα λόγο. Εάν όμως αυτοί που λέγουν αυτά έχουν να μας πουν κανένα λόγο, ας τον πουν. Αλλά δεν έχουν! Και μάλιστα και ο γιατρός πολλές φορές κάνει πολλά αντίθετα πράγματα. Δεν τα κάνει όμως αυτά κινούμενος από αντίθετη γνώμη, αλλά από μία και σύμφωνη. Γιατί πολλές φορές ο γιατρός άλλοτε καυτηριάζει την πληγή και άλλοτε όχι• άλλοτε εγχειρίζει και άλλοτε δεν εγχειρίζει. Και μάλιστα αυτό το κάνει πολλές φορές στο ίδιο σώμα. Άλλοτε προσφέρει πικρά φάρμακα και άλλοτε γλυκά. Αυτά δε που κάνει φαίνονται αντίθετα. Η επιθυμία του όμως, για την οποία τα κάνει αυτά, είναι μία και η αυτή, γιατί αποβλέπει στον ίδιο σκοπό: Στην υγεία του αρρώστου».
Και συμπεραίνει ο άγιος Πατέρας: «Πως δεν είναι περίεργο τον μεν ιατρό που κάνει πολλά αντίθετα και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο να μην τον κατηγορούμε, τον δε Θεό να κατηγορούμε, επειδή σε διαφορετικούς καιρούς και σε διαφορετικούς ανθρώπους έδωσε διαφορετικές εντολές;» (MPG 51,283). Και μάλιστα να συμπεραίνουμε από αυτό όχι απλώς την αίρεση, αλλά την ανοησία, ότι έχουμε δυο Θεούς, έναν της Παλαιάς και έναν της Καινής;
5. Και ενάντιοι λοιπόν να είναι οι νόμοι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, κατά τα παραπάνω που μας είπε ο άγιος Χρυσόστομος, δεν έπρεπε να μιλάμε περί διαφόρων Θεών των δύο Διαθηκών. Δεν είναι όμως ενάντιοι, αλλά είναι απλώς διάφοροι. Και θα το αποδείξει τώρα αυτό ο σοφός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, ο ιερός Χρυσόστομος. Ως παράδειγμα παίρνει τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης «ου φονεύσεις». Αυτός είναι παλαιός νόμος. «Ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις ου φονεύσεις», είπε ο Κύριος (Ματθ. 5,21). Ας δούμε όμως τώρα και τον νόμο της Καινής. Ο Κύριος είπε: «Εγώ δε λέγω υμίν, πας ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική, ένοχος έσται εν τη κρίσει» (Ματθ. 5,22). Είναι πραγματικά αντίθετα αυτά τα δύο προστάγματα; Ποιος άνθρωπος λογικός μπορεί να πει τέτοιο πράγμα; Αν ο παλαιός νόμος έλεγε «να μην φονεύουμε», ο δε νέος νόμος, η Καινή Διαθήκη, έλεγε «να φονεύουμε», πραγματικά αυτό θα ήταν διαφωνία και αντινομία. Αν όμως η Παλαιά Διαθήκη λέει να μη φονεύουμε, η δε Καινή Διαθήκη λέει όχι να μην φονεύουμε απλά, αλλά να μην οργιζόμαστε, αυτό δεν είναι εναντίωση, αλλά επίταση του προηγούμενου νόμου. Γιατί ο προηγούμενος νόμος θέλει να κόψει τον καρπό της κακίας, δηλαδή τον φόνο• ο δε νόμος του Χριστού, η Καινή Διαθήκη, θέλει να κόψει και την ρίζα του φόνου, δηλαδή την οργή. Η Παλαιά Διαθήκη θέλει να ανακόψει το ρεύμα της πονηρίας, η δε Καινή Διαθήκη θέλει να ξηράνει και την πηγή της. Πραγματικά, πηγή και ρίζα του φόνου είναι ο θυμός και η οργή.
Ποια λοιπόν αντίθεση υπάρχει μεταξύ του ότι η μεν Παλαιά Διαθήκη να θέλει να ανακόψει το αποτέλεσμα της αμαρτίας, η δε Καινή Διαθήκη να θέλει να αποκόψει και την αρχή της αμαρτίας; Η Παλαιά Διαθήκη θέλει να καθαρίσει τα χέρια από το αίμα, η δε Καινή Διαθήκη θέλει να απαλλάξει και την διάνοια και την καρδιά από τις εχθρικές διαθέσεις. Βλέπουμε λοιπόν ότι οι δύο Διαθήκες συμφωνούν και δεν μάχονται η μία με την άλλη, όπως θέλουν να μας το παρουσιάσουν οι εχθροί της αληθείας.
Όποιος ομιλεί για διαφορετικό Θεό της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, αυτός κατηγορεί τον Θεό της Καινής Διαθήκης, ενώ θέλει να τον εξυψώσει. Και να πως τον κατηγορεί: Η τροφή της Παλαιάς Διαθήκης είναι γάλα, γιατί παιδαγωγεί προς την μεγάλη αλήθεια της Καινής Διαθήκης. Η τροφή δε της Καινής Διαθήκης είναι στερεά. Αν όμως πούμε ότι άλλος είναι ο Θεός της Καινής Διαθήκης από τον Θεό της Παλαιάς, τότε σημαίνει ότι ο Θεός αυτός της Καινής έδωσε κατ ευθείαν την «στερεά» τροφή, έδωσε δηλαδή κατ ευθείαν την πλήρη Αποκάλυψη, χωρίς να προετοιμάσει τον λαό Του, για να δεχθεί την Αποκάλυψη αυτή. Δηλαδή, όπως το λέγει ακριβώς ο Χρυσόστομος, ο Θεός «προ του θρέψαι γάλακτι και την δια του νόμου παιδαγωγίαν επί την στερεάν ημάς ήγαγε τροφήν». Αλλά κανένας λογικός άνθρωπος «πριν η θρέψαι γάλακτι, προς την στερεάν άγει τροφήν» (MPG 51,284). Αυτό το άλογο κατηγορούν στον Θεό, κατά τον Χρυσόστομο, όσοι δέχονται διαφορά Θεών στις δύο Διαθήκες. Αλλά και το άλλο: Ο νόμος του Χριστού στην Καινή Διαθήκη δόθηκε προς τα τελευταία έτη. Και βέβαια εμείς πιστεύουμε ότι για την Αποκάλυψη αυτή της Καινής Διαθήκης ο Θεός προετοίμασε την ανθρωπότητα με την Παλαιά Διαθήκη. Αν όμως πούμε ότι η Παλαιά Διαθήκη δεν δόθηκε από τον Θεό, αλλά από κάποιο άλλο θεό, τότε κατηγορούμε τον αληθινό Θεό με την μεγάλη πραγματικά κατηγορία ότι άφησε για τόσα χρόνια, για πέντε χιλιάδες χρόνια, άφησε χωρίς καμμιά φροντίδα την ανθρωπότητα, όντας αδιάφορος γι αυτήν. Και τρόπον τινά ο Θεός... (!) μετενόησε από την αδιαφορία του αυτή και άρχισε μετά από πέντε χιλιάδες χρόνια να ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους και τότε έδωσε τον νόμο Του με την Καινή Διαθήκη. Πραγματικά αυτήν την κατηγορία δίνουμε στον Θεό, αν πούμε ότι δεν είναι Αυτός που μίλησε στην ανθρωπότητα με την Παλαιά Διαθήκη πρώτα. Αλλά μια τέτοια κατηγορία δεν αρμόζει ούτε και σε ένα ανάξιο άνθρωπο (βλ. Χρυσοστόμου, MPG 51,284).
6. Ας σκεφθούμε λοιπόν, μας λέγει ο Χρυσόστομος, σε πόσες κατηγορίες και βλασφημίες υποβάλλουν τον Θεό εκείνοι που μιλάνε για άλλο Θεό της Παλαιάς και άλλο Θεό της Καινής Διαθήκης. Όλες αυτές οι κατηγορίες διαλύονται αν δεχθούμε και πιστέψουμε ότι ένας είναι ο νομοθέτης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, ένας είναι ο Θεός και των δύο Διαθηκών. Και για να αποδείξει ο Χρυσόστομος την αλήθεια αυτή περισσότερο και για να «απορράψει», όπως λέγει, τα στόματα των βλασφήμων και των αιρετικών, φέρει μαρτυρία από αυτήν την Παλαιά Διαθήκη, από τον προφήτη Ιερεμία, τον από την κοιλιά της μάνας του αγιασμένο. Ο προφήτης Ιερεμίας παρουσιάζει τον Θεό να λέγει: «Διαθήσομαι υμίν διαθήκην καινήν, ου κατά την διαθήκην, ην διεθέμην τοις πατράσιν υμών» (38,31). Από τον λόγο δε αυτόν φαίνεται καθαρά ότι Αυτός που σύναψε την Παλαιά Διαθήκη, ο Ίδιος πάλι σύναψε και την Νέα Διαθήκη. Ένας είναι ο νομοθέτης και των δύο Διαθηκών, και της Παλαιάς και της Καινής. Γνωρίζουμε δε ότι την Καινή Διαθήκη την σύναψε ο Χριστός με το Αίμα Του. Αυτός είναι ο νομοθέτης της Καινής, γι αυτό και λέγει στην επί του Όρους Ομιλία Του «εγώ δε λέγω υμίν» (Ματθ. 5,22.28.32). Άρα, Αυτός πάλι σύναψε και την Παλαιά Διαθήκη.
Ο παραπάνω αυτός λόγος του Θεού στον προφήτη Ιερεμία «διαθήσομαι υμίν διαθήκην καινήν, ου κατά την διαθήκην, ην διεθέμην τοις πατράσιν υμών», αυτός ο λόγος αποδεικνύει πάλι και την προΰπαρξη του Ιησού Χριστού, γιατί «ει προ του τόκου της Μαρίας ουκ ην, ουδέ υπήρχε πριν η φανήναι εν σαρκί, πως ενομοθέτει ο μη ων; Πως δε έλεγε, “διαθήσομαι υμίν διαθήκην καινήν, ου κατά την διαθήκην, ην διεθέμην τοις πατράσιν υμών”; Πως διέθετο τοις πατράσιν αυτών μη υπάρχων, μηδέ ων, κατά τον εκείνων λόγον;» (MPG 51,284). Ναι, ο λόγος αυτός του προφήτου Ιερεμίου αποδεικνύει, ξαναλέγουμε, την προΰπαρξη του Ιησού Χριστού. Γι αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος τον χρησιμοποιεί στον πόλεμό του εναντίον του Παύλου του Σαμοσατέως, που ηρνείτο την προΰπαρξη του Ιησού Χριστού.
Με την ευκαιρία του λόγου ελέγχει ο ιερός Πατέρας και τους Μανιχαίους, οι οποίοι απορρίπτουν την Παλαιά Διαθήκη. Τους ελέγχει δε από την Καινή Διαθήκη, αφού αυτοί δεν παραδέχονται την Παλαιά. Και τους ελέγχει με το εξής επιχείρημα: Είναι γνωστόν ότι η Καινή Διαθήκη έχει χωρία και περικοπές από την Παλαιά Διαθήκη. Είναι οι μαρτυρίες των Προφητών περί του Μεσσίου και στις οποίες ανταποκρίνεται πλήρως η ζωή του Ιησού Χριστού. Αν όμως αφαιρέσουμε τις περικοπές και τα χωρία αυτά των Προφητών από την Καινή Διαθήκη, αυτά που απομένουν σ αυτή δεν μπορούν να σταθούν και να αποτελέσουν αρμονία• «τα γαρ αποκοπέντα μέλη κράζει και βοά, την προς τα οικεία μέλη συμφωνίαν επιζητούντα» (MPG 51,285).
7. Με καθηγητή λοιπόν τον μεγάλο ερμηνευτή της Εκκλησίας μας, τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, θα αποδείξουμε, αγαπητοί μου ακροατές, ότι ένας είναι ο νομοθέτης και της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης. Και αυτό θα το αποδείξει από τον απόστολο Παύλο, από μία του περικοπή της προς Γαλάτας επιστολής του. Στην περικοπή αυτή, λέγει ο άγιος Πατέρας, σαν να φαίνεται ότι κατηγορείται η Παλαιά Διαθήκη. Και αυτό βέβαια είναι ενθαρρυντικό στους αιρετικούς, τους κατηγορούντες και διαγράφοντες την Παλαιά Διαθήκη. Και πραγματικά η διατύπωση της περικοπής του Αποστόλου είναι τέτοια, ώστε εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η περικοπή αυτή είναι εναντίον της Παλαιάς. Αν όμως εμβαθύνει κανείς ορθά στην περικοπή, θα διαπιστώσει το αντίθετο, ότι αυτή είναι υπέρ της Παλαιάς Διαθήκης. Σ’ αυτό ο Χρυσόστομος βλέπει ένα τέχνασμα της σοφίας του Θεού, ώστε από την ασαφή έκφραση να την «πάθουν» οι κατήγοροι της Παλαιάς Διαθήκης και να την «πατήσουν», όπως λέμε. Γιατί, αρπάζοντες οι αιρετικοί αυτήν την περικοπή, που φαίνεται τάχα ως περικοπή αντίθετη της Παλαιάς Διαθήκης, την δέχονται με χαρά, την εκλαμβάνουν ότι συνηγορεί μ αυτούς και την «παθαίνουν», γιατί το νόημα της περικοπής είναι το ακριβώς αντίθετο από ό,τι αυτοί νομίζουν. Και από την περικοπή λοιπόν του αποστόλου Παύλου, που προτίμησαν αυτοί να έχουν υπέρ αυτών, έχουν, από αυτήν ακριβώς την περικοπή, την καταδίκη της πλάνης τους.2
Σε πολλά σημεία της η Καινή Διαθήκη μιλάει για ένα νομοθέτη της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Αλλά ο απόστολος Παύλος θα βγάλει την αλήθεια αυτή από αυτήν ακριβώς την περικοπή την οποία επικαλούνται οι Μανιχαίοι και την διασώζουν μάλιστα στην δική τους Γραφή που χρησιμοποιούν. Και αυτή η περικοπή είναι από την προς Γαλάτας επιστολή (4,21-22): «Λέγετέ μοι οι υπό νόμον θέλοντες είναι• τον νόμον ουκ ακούετε; Γέγραπται γαρ ότι Αβραάμ δύο υιούς έσχεν. Ένα εκ της παιδίσκης και ένα εκ της ελευθέρας». Οι αιρετικοί Μανιχαίοι, όταν διάβασαν στο χωρίο αυτό του αποστόλου Παύλου για «υιόν της παιδίσκης», πήδησαν από χαρά («απεπήδησαν»)• γιατί νόμισαν ότι το «παιδίσκης» είναι κατηγορία του νόμου. Αλλά θα αποδείξουμε τώρα, λέγει ο Χρυσόστομος, ότι ένας είναι ο νομοθέτης και των δύο Διαθηκών. Για τα αναφερόμενα στην περικοπή λέγει ο απόστολος ότι είναι «αλληγορούμενα» (Γαλ. 4,24). Και ερωτά ο Χρυσόστομος: Τι σημαίνει το «αλληγορούμενα»; Σημαίνει ότι, όσα συμβαίνουν στην Παλαιά Διαθήκη είναι «τύποι» «των εν τη Χάριτι γενομένων», αυτών δηλαδή που έγιναν στην Καινή Διαθήκη. Και το εξηγεί: Οι δύο γυναίκες είναι τύποι των δύο Διαθηκών. Και αυτό βέβαια δεικνύει την συγγένεια της Καινής με την Παλαιά Διαθήκη. Γιατί ο τύπος δεν είναι ενάντιος με την αλήθεια, αλλά συγγενής. Έτσι λοιπόν, εάν ήταν ενάντιος ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης προς τον Θεό της Καινής Διαθήκης, δεν θα ήταν δυνατόν, δια των δύο γυναικών του Αβραάμ, να προδιατυπώσει την υπεροχή της Καινής Διαθήκης. Αλλά πιθανόν να πουν οι αντίθετοι ότι ο Παύλος έκανε κατάχρηση του τύπου από συγκατάβαση στην ασθένεια των Ιουδαίων. Αν όμως γινόταν αυτό, θα έπρεπε ο Απόστολος να κάνει συγκατάβαση και στην ασθένεια των εθνικών (των εξ εθνών χριστιανών) και να ευρίσκει τύπους και από την ελληνική μυθολογία («εχρήν και Έλλησι κηρύττοντα τύπους Ελληνικούς εισάγειν, και ιστορίας μεμνήσθαι των παρ Έλλησι γεγενημένων πραγμάτων»). Αυτό όμως δεν το έκανε, γιατί τα ελληνικά μυθολογήματα δεν έχουν κανένα κοινό προς την αλήθεια. Τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης τα αλληγορεί μόνο με τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης, ακριβώς γιατί «πολλήν συγγένειαν έχει τα παλαιά προς την Καινήν Διαθήκην» (MPG 51,285.286).
8. Από την παραπάνω περικοπή του αποστόλου Παύλου περί του Αβραάμ και των δύο υιών του, έναν εκ της παιδίσκης και έναν εκ της ελευθέρας, ο ιερός Χρυσόστομος συμπέρανε την συμφωνία των δύο Διαθηκών. Τώρα όμως ο ερμηνευτής Πατήρ από την ίδια περικοπή θα αποδείξει και το επίμαχο θέμα, ότι δηλαδή ένας είναι ο νομοθέτης των δύο Διαθηκών, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Και η απόδειξη αυτή είναι πολύ απλή. Και οι δύο γυναίκες του Αβραάμ είχαν έναν άνδρα. Και αφού αυτό είναι τύπος των γενομένων στην Καινή Διαθήκη, λέγουμε ότι και οι δύο Διαθήκες, η Παλαιά και η Καινή, έχουν ένα νομοθέτη. Γιατί, αν άλλος ήταν ο νομοθέτης της Καινής και άλλος ο νομοθέτης της Παλαιάς Διαθήκης, «περιττώς την ιστορίαν εισήγαγεν» ο απόστολος Παύλος, λέγει ο Χρυσόστομος. Δεν ήταν άλλος ο άνδρας της Σάρρας και άλλος ο άνδρας της Άγαρ, αλλά ο ένας και ο αυτός.
Ώστε, συμπεραίνει ο Χρυσόστομος λέγοντας: «Όταν λέγει ο απόστολος Παύλος, “αύται γαρ εισι δύο διαθήκαι”, δεν λέγει τίποτε άλλο, παρά ότι αυτές οι δύο Διαθήκες έχουν ένα νομοθέτη, όπως ακριβώς εκείνες οι γυναίκες (η παιδίσκη και η Σάρρα) είχαν έναν άνδρα, τον Αβραάμ. Θα πει όμως κάποιος, ότι η μία ήταν “δούλη”, η δε άλλη ήταν “ελεύθερη”. Αλλ’ αυτό δεν έχει σημασία. Το ζητούμενο είναι εάν είναι ένας ο νομοθέτης και των δύο Διαθηκών. Ας παραδεχθούν λοιπόν αυτό πρώτον οι αιρετικοί και τότε εμείς θα τους απαντήσουμε σ αυτό. Γιατί, αν οι αντιφρονούντες παραδεχθούν αυτό το βασικό, όλα έπειτα τα άλλα τακτοποιούνται. Όταν δηλαδή αυτοί παραδεχθούν ότι η Παλαιά Διαθήκη έχει τον ίδιο νομοθέτη με τον νομοθέτη της Καινής – όπως και τον έχει – τότε διαλύεται όλη η διαφορά μας με εκείνους. Όμως, για να μην δημιουργηθεί και σε σάς – λέγει ο Χρυσόστομος στους ακροατές του – καμμία απορία από την αποστολική περικοπή, ας προσέξουμε ακριβώς την έκφραση του Αποστόλου. Γιατί δεν είπε “μία μεν δούλη, μία δε ελευθέρα”, αλλά είπε, “Μία μεν εις δουλείαν γεννώσα”. Αλλά δεν σημαίνει βέβαια ότι η “γεννώσα εις δουλείαν” είναι δούλη. Το να γεννηθούν δε τέκνα “εις δουλείαν” δεν φταίει η μητέρα, αλλά τα τεχθέντα παιδία. Γιατί αυτά (δηλαδή οι Ιουδαίοι), επειδή για την κακία τους αποστέρησαν τους εαυτούς τους από την ελευθερία και εξέπεσαν από την ευγένειά τους, ο Θεός τους επαίδευσε ως αγνώμονες με συνεχή φόβο, κολάζοντάς τους με τιμωρίες και με απειλές. Και αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς των πατέρων μπορούμε να το δούμε και σήμερα. Γιατί και σήμερα πολλοί πατέρες τα άτακτα παιδιά τους τα συνηθίζουν σε πρέποντα φόβο, σαν αυτά να είναι ικέτες και όχι παιδιά. Και αυτό δεν είναι έγκλημα των πατέρων, αλλά των ατάκτων παιδιών, γι’ αυτό και οι πατέρες τους δεν συμπεριφέρονται σαν σε ελεύθερα παιδιά.
Έτσι και ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη. Φερόταν με πνεύμα δουλείας και φόβου και τιμωρίας σε εκείνον τον αγνώμονα ιουδαϊκό λαό. Αλλά αυτό δεν είναι κατηγορία του Θεού, ούτε είναι έγκλημα του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά των Ιουδαίων που είχαν αποχαλινωθεί και γι αυτό είχαν ανάγκη από δυνατώτερο χαλινό. Γιατί στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε και δικαίους ανθρώπους, οι οποίοι έζησαν την φιλοσοφία της Καινής Διαθήκης, και δεν είχαν λοιπόν ανάγκη αυτοί από τέτοιο χαλινό. Τέτοιοι ήταν ο Άβελ, ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιωσήφ, ο Μωυσής, ο Ηλίας, ο Ελισσαίος και πολλοί - πολλοί άλλοι. Αυτοί δόθηκαν στον Θεό όχι από φόβο και από απειλή και από τιμωρία, αλλά από αγάπη και “φίλτρω ζέοντι”. Αυτοί λοιπόν – όπως λέει ακριβώς ο Χρυσόστομος – “ου γαρ εδεήθησαν προσταγμάτων, ουδέ εντολών και νόμων, ώστε αρετήν ελέσθαι και φεύγειν κακίαν, αλλ ώσπερ ευγενείς παίδες και ελεύθεροι, την οικείαν επιγνόντες αξίαν, χωρίς φόβου τινός και κολάσεως ηυτομόλησαν προς την αρετήν”. Οι άλλοι όμως Ιουδαίοι, επειδή έκλιναν στην κακία, είχαν ανάγκη από νόμο (“επειδή προς κακίαν απέκλιναν, του κατά τον νόμον εδεήθησαν χαλινού” ). Έτσι, όταν οι Ιουδαίοι λάτρευσαν ως θεό τον μόσχο και προσκύνησαν τα γλυπτά, τότε άκουσαν την εντολή “Κύριος ο Θεός σου, Κύριος εις εστιν”. Όταν φόνευσαν και διέφθειραν τις γυναίκες των πλησίον τους, τότε άκουσαν το “ου φονεύσεις”, “ου μοιχεύσεις” και όλες τις άλλες εντολές.
Ώστε: Δεν είναι έγκλημα του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης να ομιλεί για κόλαση και για τιμωρία και να παιδεύει και να σωφρονίζει τους ανθρώπους σαν να είναι αγνώμονες δούλοι, αλλά αντίθετα είναι μεγάλο εγκώμιο και έπαινός του. Γιατί τους ανθρώπους που έπεσαν σε τόση κακία μπόρεσε με την αυστηρότητά του να τους απαλλάξει από την κακία τους και να τους κάνει να υπακούσουν στην Χάρη και να τους οδηγήσει στην φιλοσοφία της Καινής Διαθήκης. Έτσι λοιπόν και την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη οικονομούσε το ένα και το αυτό Πνεύμα, αν και με διάφορο τρόπο. Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος έλεγε: “Έχοντες το αυτό Πνεύμα της πίστεως κατά το γεγραμμένον• Επίστευσα, διο ελάλησα”» (MPG 51,286.287).
Σάς ευχαριστώ που με ακούσατε,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

1. Τον λόγο «επίστευσα διο ελάλησα» «άνωθεν και προ πολλών χρόνων ο Δαυίδ ην ειρηκώς, όπερ ο Παύλος παρήγαγε νυν, δηλών ότι του Πνεύματος η χάρις η αυτή και εν εκείνω τότε, και νυν εν ημίν την της πίστεως ερρίζωσε δύναμιν• ωσεί έλεγε, “το αυτό Πνεύμα της πίστεως, το και εν εκείνω λαλήσαν, και εν ημίν ενήργησε”» (MPG 51,282).
2. Λέει επί λέξει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για το πάθημα των αιρετικών αυτών: «Και τούτο δε (το ότι δηλαδή η περικοπή του Αποστόλου φαίνεται ως κατήγορη της Παλαιάς Διαθήκης) της του Πνεύματος εγένετο σοφίας, ώστε τη προχείρω ρήσει δελεασθέντας τους του νόμου κατηγορούντας άκοντας και αγνοούντας δέξασθαι την υπέρ αυτού γεγραμμένην απολογίαν• ίνα αν μεν θελήσωσι προς την αλήθειαν ιδείν, έχωσι την ρήσιν την χειραγωγούσαν αυτούς• αν δε επιμένωσι τη απιστία μηδεμιάς συγγνώμης λοιπόν τύχωσι, και αυτοίς, οίς δοκούσι πιστεύειν, απιστούντες κατά της εαυτών σωτηρίας» (MPG 51,285).

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα της Ι.Μ.Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως